ΛΟΥΗΣ Γ. ΣΕΡΕΜΕΤΗΣ
Άλλη μια ονομαστική γιορτή, και μάλιστα γιορτή του πολιούχου των Κροκεών, του Αγίου Νικολάου, πέρασε κούφια εξαιτίας τούτης της πανούκλας που μας βρήκε! Άχρωμη, άοσμη, και άγευστη! Αφού δεν είχε εκκλησία πήγαμε για ελιές, και όταν γυρίσαμε ψήσαμε την πατροπαράδοτη κολοκυθόπιτα του Αγιο Νικόλα, που είχαμε τρίψει ο κολοκύθι μια βροχερή μέρα. Κάτσαμε στο τζάκι, ψήσαμε και καψαλιστό ψωμί με φρέσκο λάδι, να πάρουμε τηλέφωνα να ευχηθούμε στους εορτάζοντες, μέχρι να περάσει η ώρα και να πάμε να κουκουλωθούμε!
Εκεί που καθόμαστε ο νους γύριζε στα παλιά, στις γιορτές που κάναμε τέτοιες μέρες όταν γιόρταζε κάποιος. Θυμηθήκαμε τα χρόνια των «παχιών αγελάδων», τότε που μαζεύονταν στα σπίτια πενήντα και βάλε άτομα, στηνόντουσαν απέραντοι μπουφέδες «με ό,τι λάλαγε του πουλιού η γλώσσα», τρώγαμε και πίναμε, τρώγανε και τα σκυλιά, χόρταιναν, περίσσευαν και έπαιρναν και όσοι ήθελαν, και γεμίζαμε και τα ψυγεία τίγκα για μια βδομάδα! Ζούσαμε σε μια υπερβολή, που δυστυχώς καταλάβαμε εκ των υστέρων!
Μετά ήρθε η οικονομική κρίση που έφερε «την εποχή των ισχνών αγελάδων», και περάσαμε στο άλλο άκρο! Όλα κόπηκαν μαχαίρι, και σιγά σιγά ο κόσμος αφού δεν έσμιγε πια σε χαρές, αναπόφευκτα έσμιγε σε λύπες! Αποξενωθήκαμε, ξεσυγγενέψαμε, οι σχέσεις χαλάρωσαν, και δούλευε το τηλέφωνο και το μήνυμα! Αυτά κάποια στιγμή μπορεί και να τα ξεχάσει κανείς!
Όμως το μυαλό γυρίζει πολύ πίσω, στην παλιά χρυσή εποχή! Δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει αυτά τα χρόνια τα παλιά, τα αυθεντικά, τα ανθρώπινα, των απλών και ειλικρινών σχέσεων και αισθημάτων! Τότε που τα σπίτια ήταν πάντα ανοιχτά, χωρίς ραντεβού, και στις γιορτές άνοιγαν διάπλατα, με ό,τι είχαν και δεν είχαν οι νοικοκυρές, και γίνονταν γλέντια τρικούβερτα! Οι νοικοκυρές και οι κοπέλες που προσφερόντουσαν να βοηθήσουν στο σερβίρισμα, με μια απλάδα και ένα πιρούνι στο χέρι γύριζαν όλους τους επισκέπτες, και σε κάθε γύρα που έκαναν έδιναν από στόμα σε στόμα στον καθέναν, σαν τον παπά με την κοινωνιά, από ένα κεφτεδάκι, λίγη γλίνα, ένα λουκάνικο, μια πατάτα ψητή στο φούρνο, τυρί! Οι άντρες είχαν στο χέρι από ένα κρασοπότηρο που το γέμιζε κάθε φορά όποιος γιόρταζε, και όλη την ώρα ήταν άδεια και το μόνο που άκουγες ήταν το «εβίβα, καλή καρδιά, και του χρόνου να είμαστε καλά»!
Οι χοροί έδιναν και έπαιρναν, Ελληνικοί και Ευρωπαϊκοί, μέχρι πού έτριζαν τα πατώματα, και στα μωσαϊκά άκουγες τα τακουνάκια των κοριτσιών όταν χόρευαν διάφορους Ευρωπαϊκούς χορούς! Οι μεγαλύτεροι είχαν το βλέμμα τους τις αποστάσεις αγοριών και κοριτσιών όταν χόρευαν κανένα ταγκό, ή βάλς, και με αυστηρότητα επέβαλαν την αποδεκτή γι αυτούς απόσταση!
Οι γυναίκες και τα κορίτσια έπιναν καμιά μαστιχούλα, τριαντάφυλλο ή κανά λικεράκι, λίγο κρασάκι για το καλό, κι εμείς τα αγόρια πίναμε εκτός από κρασί, και βερμούτ που ήταν της μόδας! Μας έδινε βερμούτ τότε ο μπάρμπα Σωκράτης ο Γορανίτης, Θεός σχωρέστον , άλλη μια εμβληματική φυσιογνωμία του χωριού, χασάπης στο χωριό, άνθρωπος του κεφιού και του καλαμπουριού! Όταν του έκανε την παρατήρηση καμιά γυναικούλα να μην μας δίνει να πίνουμε γιατί είμαστε μικροί και «θα μας κάψει το οινόπνευμα το σκώτι», και καθώς τα είχε τσούξει λίγο και δεν έλεγε το «ρο» καθαρό, τους έλεγε: «Ξέδετε τι είναι αυτό; Είναι βεδομούτ, και το πίνουμε εμείς τα αγόδια! Εβίβα λοιπόν»!
Τότε γυρνούσαν οι μπεκρήδες από σπίτι σε σπίτι να χαιρετίσουν τους συγγενείς και φίλους, και γρήγορα γινόντουσαν τύφλα στο μεθύσι! Μια φορά ο μπάρμπα Μήτσος δεν θυμόταν ποιος και τι γιόρταζε, πήγε παρέα με άλλους να χαιρετήσει τον μπάρμπα του τον Νίκο και λέει στη θειά Νίκαινα! «Χρόνια πολλά θεια Νίκαινα, να χαίρεσαι το μπάρμπα μου τον Σταύρο»! Πραγματικά αξέχαστες στιγμές!
«Δε γυρνάνε λέμε, πίσω ποτέ,
τα καλά παιδιά σ’ εκείνα τα χρόνια….», λέει το τραγούδι!
Χρόνια πολλά λοιπόν και με υγεία σε όλους μας, χρόνια πολλά στον Νικόλαο και στην Νικολέτα, στον Νικόλα και στην Νικόλαινα, στον Νίκο και την Νίκαινα, και του χρόνου να γιορτάσουμε όπως ξέραμε!

Πηγή: Περιοδικό “ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ”
