Του Νίκου Λαγκαδινού

Μήπως θα έπρεπε ν’ αφήνουμε κάπου-κάπου το επιπόλαιο πνεύμα της πολιτικής και το βαρυσήμαντο της μεταφυσικής της πολιτικής για να μιλήσουμε για ζητήματα απλούστερα; Δεν θέλω να χαρακτηριστώ ως ξιπασμένος αισιόδοξος που βλέπει ότι όλα θα πάνε καλύτερα ούτε ως παρελθοντιστής απαισιόδοξος που βλέπει ότι όλα τα σημερινά είναι χειρότερα από εκείνα “του παλιού καλού καιρού”… Η πείρα της ζωής μού δίνει τη δυνατότητα να κάνω συγκρίσεις που δεν τις μπορούν οι νεότεροι. Γιατί εδώ που τα λέμε κάθε ύφος ζωής χρειάζεται και μια ειδική μύηση. Εν πάση περιπτώσει είναι αλήθεια ότι ζούμε σήμερα σ’ ένα κόσμο άστατο, στενάχωρο, σκληρό, απειλητικό, που αχρηστεύει κάθε διάθεση για ζωή, και που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως τροφή του κεφαλαίου! Ο άλλος μου εαυτός μου λέει ότι έχουμε ακόμα περιθώριο! Και γι’ αυτό πρέπει να προχωρούμε. Στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας (αναφέρομαι στη μυθιστορηματική τριλογία του Μπέκετ –Μολόι, Ο Μαλόν πεθαίνει και Ο Ακατονόμαστος), που είναι ο Ακατονόμαστος σαν αφηγητής, εκφράζει την απελπισία πέρα από τους περιορισμούς της γλώσσας, που προτείνει την ανεπάρκεια των προσωπικών αντωνυμιών, των χρόνων, της στίξης και, τελικά, όλης της γλώσσας. Η ιδεοληψία, με την ανικανότητα να μιλήσει και την ανικανότητα να είναι σιωπηλή, δίνει αφορμή για την συχνά αναφερόμενη τελευταία επωδό του Μπέκετ: «Δεν μπορώ να συνεχίσω [να πάω εμπρός], πρέπει να συνεχίσω, θα συνεχίσω» [«I can’t go on, you must go on, I’ll go on»]. Ωστόσο νιώθω ότι είμαι μέσα σ’ ένα καράβι που διαπλέει τον ωκεανό αλλά δεν έχει καπετάνιο για να ελέγχει την πορεία… Αυτός είναι ο κόσμος μας, ένα καράβι δίχως καπετάνιο! Ο κόσμος μας δεν έχει ηγεσία. Αντιθέτως έχει πολλές ηγεσίες, δηλαδή πολλές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Οι αντιθέσεις θα άρουν τις αντιφάσεις; Κανείς δεν ξέρει…

Τα περισσότερα απ’ όσα γράφουμε μέσα στο face book είναι αρνητικά και εν πολλοίς απαισιόδοξα. Κάπως δικαιολογούνται διότι είναι ανήσυχη η ανθρώπινη συνείδηση. Βέβαια, πολλές φορές αντιμετωπίζουμε αδιέξοδα, αφού ο καθένας κουβαλάει τη δική του αλήθεια, τον δικό του καημό, τα πάθη του και τις έγνοιες του, την αγωνία για αναγνώριση ή την αναζήτηση δράσης! Ωστόσο, όλοι έχουν την ανάγκη για ελπίδα. Και αναφέρονται σε λύσεις, που όμως δημιουργούν νέα προβλήματα. Δεν είναι εύκολο να δαμάσει κανείς την καθημερινότητα. Όσο και να την στριμώχνουμε, αυτή βρίσκει τρόπο και δρόμο να ξεφύγει και παρακάτω ξαναστήνεται όρθια και περιμένει.

Δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να διεκτραγωδούμε την εποχή μας, να καταγγέλλουμε τα δεινά του τόπου και τα δικά μας, τις αθλιότητες και τις ατέλειες των κυβερνώντων, με την ελπίδα να βρεθούμε σ’ ένα καλύτερο και πιο φωτεινό ξέφωτο. Κι αυτό εδράζεται στο γεγονός ότι η χώρα μας είναι πολύ ταλαιπωρημένη και είναι κάποιες στιγμές που νιώθουμε ότι κινδυνεύει η εθνική μας υπόσταση και η ανεξαρτησία μας… Ξέρω, ξέρω. Ήδη ένα μεγάλο μέρος της έχει εκχωρηθεί στο διευθυντήριο των Βρυξελλών… Αλλά θέλουμε ν’ αγρυπνούμε γιατί οι επιβουλές είναι αλλεπάλληλες και η κυβερνητική πρακτική έχει χαρακτηριστικά σπασμωδικά, αφού αδυνατεί, λόγου χάρη, ν’ αντιμετωπίσει τη ληστρική βουλιμία των τραπεζών! Οι τράπεζες και όποιοι κρύβονται πίσω από αυτές, όποια συμφέρονται συνωθούνται εκεί μέσα, τώρα πλέον αρπάζουν τα σπίτια του κοσμάκη και του βάζουν ένα βρόχο στο λαιμό.

Εγώ όμως πέρα απ’ όλα αυτά θα θίξω το πρόβλημα της μοναξιάς που η αισιοδοξία δεν το λύνει, δεν το αγγίζει, το προσπερνά. Υπήρχε μια περίοδος που η κάθε μορφής Τέχνη [θέατρο, ζωγραφική κ.ά.] το αντιμετώπιζαν ή πιο σωστά το έθιγαν. Η μοναξιά, δυστυχώς, βαραίνει ολοένα και περισσότερο κόσμο.

Εγώ αναρτώ τα ανήσυχα γραφτά μου, άλλοι αναρτούν τις φωτογραφίες τους, τα ζώα τους, τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, τις κραυγές τους, τα τραγούδια τους, τα νεύρα τους, περιμένοντας ν’ αποκριθούν κάποιοι άλλοι. Μου έρχεται στο νου το έργο του Σαρόγιαν «Ε, εσείς οι απ’ έξω». Κάποιοι αποκρίνονται, κάποιοι άλλοι λοιδορούν, και οι περισσότεροι σιωπούν ή αδιαφορούν. Ο καθένας και η καθεμιά κουβαλάνε την ιδιαιτερότητά τους, το νόσημά τους, επειδή νομίζουμε ότι αυτό μας κάνει δραματικά σημαντικούς και να ξεχωρίζουμε και φυσικά… «οι απ’ έξω» έχουν κυριολεκτικά μεσάνυχτα και νομίζουμε ότι ίσως πλέουν μακάρια στο πέλαγος της αναισθησίας κι ακόμα ότι ίσως μας αγνοούν ή μας βαριούνται! Είναι έτσι; Δεν ξέρω…

We use cookies to personalise content and ads, to provide social media features and to analyse our traffic. We also share information about your use of our site with our social media, advertising and analytics partners. View more
Accept