Της ΕΛΕΝΗΣ ΣΚΑΒΔΗ
«Τα χρόνια φεύγουν, οι ώρες δεν περνάνε!», έλεγε η νόνα μου κι εμείς νομίζαμε ότι από τα γεράματα είχε χάσει το μυαλό της. Αλήθεια έλεγε. Τρέχουν τα χρόνια κι ας αργούν οι ώρες, φορτωμένες από τη φοβική μονοτονία της εποχής. Φεύγουν παρασυρμένες μαζί χαρές, ζόρια ή γιορτάσια κι εμείς ακολουθούμε το ρυθμό με επιφωνήματα και κραυγές, που αποσβήνονται με ταχύτητα φωτός, χωρίς ν’ αφήσουν ούτε ένα τόσο δα χνάρι… Τρέχει η άνοιξη, στριμώχνοντας ανεμοβρόχια και πάγους στον καιρό της, τρέχουν τα νερά από τα βουνά, τρέχει το ημερολόγιο, τρέχει ο χείμαρρος της γειτονιάς, η Σβάρνα, που τα σβαρνίζει όλα από ψηλά και τα κουβαλά στο Ιόνιο… Όλα τρέχουν στον αιώνα, κι εμείς ξοπίσω από αρχηγούς, πρωταγωνιστές κι άρχοντες, με τροχοφόρα, αεροπλάνα ή πεζή, χάνοντας την ευκαιρία να απολαύσουμε τη στιγμή κι εκείνα τα πλάνα που προσφέρει το μετείκασμα, ένα αργό γύρισμα, ένα γκρο πλαν στην ουσία… Πέρασε και η ισημερία, δεν πρόλαβα κρατώντας το ρολογάκι μου να απολαύσω τη δύση, να δω τον ήλιο να βουτά πίσω από τον Αίνο της Κεφαλονιάς στην ακριβή του στιγμή. Βγήκα όταν είχε νυχτώσει και βρήκα τη γειτόνισσα στο σπιτάκι της να σιδερώνει τη γαλανόλευκη πριν την κρεμάσει για τον Ευαγγελισμό και την Παλιγγενεσία. Η καλή μου ποτέ δεν ξεχνά εθνικές επετείους, ποτέ δεν ξέμεινε από σημαία. Λέει και μια ωραία ιστορία κάθε φορά που μιλούμε για ήρωες κι αγγέλους. Ο καλός της, πεθαμένος χρόνια τώρα, στην Κατοχή γύριζε κουρελής για να βρει ψωμί για τη φαμίλια. Ένα ρούχο είχε μονάχα, που το φορούσε χωρίς εσώρουχο. Μέχρι που η μάνα του έκοψε τη σημαία και την έκανε βρακί! Έχει να λέει λοιπόν η φιλενάδα μου αυτή την ιστορία, έχω κι εγώ αντεπιχείρημα για την εθνικοφροσύνη της, όταν ωρύεται που κάποιοι κάποτε έκαψαν την ελληνική σημαία… «Εσείς την κάνατε βρακί, ήταν καλύτερα τότε;» της λέω κι εκείνη μου κρατάει μέχρι τρεις μέρες μούτρα. Ύστερα τα βρίσκουμε πάλι και συνεχίζεται η ζωή μέχρι την επόμενη έπαρση… Τις προάλλες, με την ευκαιρία της επετείου, της είπα κι εγώ μια ωραία ιστορία. Το νεοσύσταστο ελληνικό βασίλειο έδειξε ενδιαφέρον για «τους υπέρ του γένους αγωνισαμένους» στην Επανάσταση. Δημιουργήθηκε μια επιτροπή που εξέταζε τα αιτήματα των «θυμάτων», όπως της Παναγιώτας Μεντή, από τη Λάστα της Γορτυνίας, που ο πατέρας της Γεώργιος Μεντής, πρωτοπαλίκαρο του Κολοκοτρώνη, σκοτώθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 στην άλωση της Τριπόλεως «εις την μεγάλην Ντάπιαν». Η Παναγιώτα έστειλε την 9η Μάη 1845 αίτηση σ’ αυτή την επιτροπή και ζητούσε βοήθημα. Έγραφε, διά χειρός του δημοδιδασκάλου συζύγου της: «Προς την Σην επί της αμοιβής των υπέρ Πατρίδος αγωνισαμένων και θυσιασάντων επιτροπήν. Από τα εγκλειόμενα εν αντιγράφω δύο πιστοποιητικά του αειμνήστου Θ. Κολοκοτρώνη και των προκρίτων του χωρίου Λάστας, παρατηρεί η Ση αύτη επιτροπή, ότι ο πατήρ της υποφαινόμενης υπηρέτησε στρατιωτικώς και εφονεύθη υπέρ της Πατρίδος. Καμμία λοιπόν αμοιβήν διά τας εκδουλεύσεις και διά την προς εμέ υστέρησίν του δεν έλαβον, αλλά πάσχω σήμερον υστερούμενη, όχι μόνον τον γλυκύτατόν μου πατέρα, αλλά και αυτόν τον επιούσιον άρτον, καθό απέκτησα μίαν οικογένειαν, έτυχον εις πτωχόν σύζυγον, υστερούμενος και αυτός τα πάντα. Η Ση αύτη επιτροπή, ήτις πρόκειται ήδη να δικαιώση τους αγωνισαμένους και θυσιάσαντας υπέρ Πατρίδος, ελπίζω ότι και εμέ την δυστυχούσα, μένουσα τοσούτον καιρόν χωρίς καμμίαν περίθαλψιν, να περιθάλψη αναλόγως και πρεπόντως, προς παραμυθίαν των εκδουλεύσεων του πατρός μου, ως άλλοι πολλοί τοιούτοι περιεθάλπησαν και περιθάλπονται μέχρι σήμερον…» Η αιτούσα έλαβεν «ως προικίον δρχ. ογδοήκοντα (80) και ταύτας επήγε εις Καρύταιναν να τας λάβει, ήτοι διήνυσε δώδεκα ώρας! Και τίποτε άλλο», σημειώνει ο εγγονός της Νικόλαος Λάσκαρης, που υπογράφει το ρεπορτάζ στο φύλλο της 6ης Μαΐου 1930 της εφημερίδας «Μορέας», στη στήλη «Ιστορικά Έγγραφα». Αυτά λέμε για πατρίδες δω χάμ’. Είπαμε και για το προικίον που αναμένει αναδρομικώς η γειτόνισσα από υπεσχημένα, σιδερώσαμε τη σημαία, την κρεμάσαμε στο κοντάρι, μέχρι την επόμενη εθνικοθρησκευτική γιορτή… Και τίποτε άλλο! Χαίρεστε και αγαλλιάστε...
Πηγή: Περιοδικό “ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ”
