Του ΛΟΥΗ Γ. ΣΕΡΕΜΕΤΗ
«Με τη σκάλα στον ώμο, ανάμεσα στις ελιές, επέρασε
το φάντασμά της. Ήταν η μάνα μου, τη γνώρισα
απ’ το τσεμπέρι της που σάλευε λυμένο, από τα χέρια
κι από τη δέσμη του φωτός που απόπνεε το χαμόγελό της.
Η ώρα, το χώμα, ο γνώριμος κυματισμός του εδάφους
ταίριαζαν με την παρουσία της. Τη φώναξα χωρίς
αμφιβολία καμιά, εκείνη με χαιρέτησε
μ’ ένα νόημα αέρινο. Πάτησε έπειτα στα νύχια,
πήρε ν’ ανυψώνεται. Διάσχιζε τον αέρα
προς τον ουρανό, όπως ήταν, με τη σκάλα της.
Κάθε τέτοια εποχή, απλώνει τα λιοπάνια της
και τα ξαναμαζεύει. Έρχεται και βοηθάει τη γη»…
(στίχοι από το ποίημα «Η λιομαζώχτρα» του Νικηφόρου Βρεττάκου!
Κάθε τέτοιο καιρό που ξεκινάει το μάζεμα της ελιάς, περνούν σαν αχνές εικόνες από μπροστά μας οι αξέχαστες φιγούρες μιας άλλης εποχής! Είναι οι ηρωίδες και οι ήρωες ξωμάχοι που ξεχύνονταν στα χωράφια τέτοια εποχή με όρεξη και προσδοκίες, για να ζήσουν το γλέντι του μαζέματος της ελιάς! Είναι οι δικοί μας άνθρωποι που πάλεψαν και μόχθησαν για το καλύτερο! Οι παππούδες, γιαγιάδες, μανάδες, πατεράδες, αδέρφια!
Τους θυμόμαστε, σαν να είναι τώρα, να λακοβολάνε στα ισιώματα και στις κακοτράχαλες πλαγιές, σαν να είχαν φτερά στα πόδια, σκαρφαλωμένοι στα δέντρα και στις σκάλες για να μαζέψουν κατακόρφαδα και το τελευταίο σπυρί της ελιάς, με ματωμένα τα ροζιασμένα χέρια από την δουλειά και το κρύο. Το ξεχωριστό παρουσιαστικό, η φωνή, το γέλιο, το πείσμα, ο χαρακτήρας, οι μοναδικές συνήθειες καθενός και καθεμιάς, είναι αυτά που τους ανέδειξαν στην ζωή, τους καθιέρωσαν στην κοινωνία, και τους τοποθέτησαν στην μνήμη μας σαν μοναδικούς και αξέχαστους, και έτσι θα μείνουν!
Μονοκαλλιέργεια η ελιά στον τόπος μας, καθόριζε μαζί με την σπορά και τον θέρο την πορεία του κάθε σπιτιού. Πολυμελείς οι οικογένειες, φτώχεια και κακοπέραση, αλλά με καλή καρδιά . Η πίστη τους όμως ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες γι αυτούς και τα παιδιά τους, ατσάλωνε την θέλησή τους και τους έδινε δύναμη να συνεχίζουν! Όταν καθόσουν στο χωράφι να πάρεις μιαν ανάσα, το μυαλό γύριζε πολύ πίσω. Σκεφτόσουν ότι αυτό το χώμα είναι ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα, ότι από αυτό το χωράφι πέρασαν και έφαγαν ψωμί κόσμος και κοσμάκης, αφεντικά κι εργάτες, ότι αυτές τις ελιές τις έχουν μαζέψει γενιές και γενιές, ότι σε αυτή την πέτρα που κάθεσαι να ξαποστάσεις με τον φραπέ στο χέρι καθόταν και ο παππούς σου με μια μπουκιά ψωμί ήλιο με ήλιο, και σε έπιαναν ρίγη συγκίνησης!
Από καιρό πριν ξεκινήσει το μάζεμα της ελιάς, ο κόσμος νοιαζόταν πως θα μαζευτούν οι ελιές, και με ποιους. Ξένοι εργάτες δεν υπήρχαν τότε, ερχόντουσαν όμως εργάτες γης και άνεργοι Έλληνες οικογενειακώς ακόμα και από την Βόρεια Ελλάδα, και όσες οικογένειες δεν είχαν εργατικά χέρια τους σπίτωναν και τους έπαιρναν στην δουλειά. Σμίγανε όμως τις περισσότερες φορές οικογένειες με συγγένεια ή φιλία, αλληλοβοηθιόντουσαν και μάζευαν τις ελιές μεταξύ τους, χωρίς εργάτες. Μερικοί πάλι για να γίνεται καλύτερη δουλειά βασιζόντουσαν στα δικά τους χέρια, αφού είχαν αρκετά στην οικογένεια , λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «τα ξένα χέρια αναπεύουν, δεν θεραπεύουν»!
Πολλοί που δεν μπορούσαν για διάφορους λόγους να καλλιεργήσουν οι ίδιοι τα κτήματά τους, τα νοίκιαζαν σε άλλους. Αυτοί ήταν συνήθως οικογένειες τρανές, από μεγάλα σώγια, αρχοντοοικογένειες με τεράστιες περιουσίες! Μπορεί πάλι να ήταν κτηματίες που έλειπαν σε άλλα μέρη, και στο εξωτερικό, ή ηλικιωμένοι χωρίς παιδιά που δεν μπορούσαν άλλο πια να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους, αλλά και ορφανεμένες οικογένειες με αρκετή περιουσία που δεν είχαν άτομα για δουλειά στην οικογένεια. Εκείνοι που αναλάμβαναν την καλλιέργεια ξένων χωραφιών ήταν φτωχοί αγρότες , της ανάγκης, ή πολυμελείς φαμελιές, πολλά αδέρφια κ.λπ., που ήθελαν να καλυτερέψουν τα οικονομικά τους. Η συνεργασία αυτή λεγόταν «σεμπριά» και τα συνεργαζόμενα άτομα «σέμπροι».
Την σεμπριά τη έκλειναν ή με τον λόγο, ή γραφτά με ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό συμφωνητικό. Θυμάμαι τον μπάρμπα Νίκο τον Θεράπο από το Λάγιο, Θεός σχωρέστον, έναν άνθρωπο καλοσυνάτο και άγιο που έφερνε και πουλούσε κηπευτικά στο χωριό με το γαϊδουράκι του κάθε πρωί τα καλοκαίρια, να λέει σε μια συζήτηση που είχε με τον πατέρα μου για ένα σχετικό θέμα με τις σεμπριές: «Το χαρτί και το μελάνι τι ωραίους φίλους κάνει», δηλαδή ότι όλα πρέπει να γίνονται γραφτά! Νοίκιαζαν τις περιουσίες ή «μισιακά», δηλαδή μισό ο νοικοκύρης μισό ο σέμπρος του, ή «πενταριάτικα», δηλαδή τρία μέρη ο σέμπρος και δύο ο νοικοκύρης του, ή «τεταρτιάτικα», δηλαδή τρία μέρη ο μισθωτής και ένα ο νοικοκύρης ή «τριτιάτικα», δηλαδή δύο μέρη ο σέμπρος και ένα ο νοικοκύρης.
Όσοι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν από κοντά τι μαζευόταν και τι μερίδιο παίρνανε, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, ζητούσαν ένα ποσόν σε χρήμα ή σε λάδι, που όριζαν από πριν. Αυτήν την συμφωνία της σεμπριάς την έλεγαν «με το τόσο να», δηλαδή «εμένα θα μου δώσεις τόσα κάθε χρόνο, και εσύ κάνε όσα μπορείς». Ούτε θεομηνίες πιάνονταν τότε, ούτε ξηρασίες, ούτε τίποτα. Απαράβατος όρος σ’ αυτού του είδους τις σεμπριές ήταν να μην φυτέψει δέντρα ο σέμπρος, και κυρίως να μην κεντρώσει αγριλιές, γιατί είχε δικαίωμα να κάνει κατοχή σε αυτές, και να τις μεταβιβάζει ακόμα και στα παιδιά του! Σιγά σιγά εγκαταλείφτηκε αυτό, και ο ιδιοκτήτης τις αγόραζε με το ζόρι, αφού έβαζε μια άτυπη επιτροπή να εκτιμήσει την αξίας τους, και αν δεν δεχόταν ο σέμπρος τα λεφτά, τα κατέθεταν στο ταμείο παρακαταθηκών, και ερχόντουσαν στην κατοχή του!
Σεμπριά έκαναν κι εκείνοι που έσμιγαν τα ζώα τους, βόδια ή άλογα (ένα ο ένας κι ένα ο άλλος), και δούλευαν συντροφικά τα χωράφια τους, όργωναν και έσπερναν, ή πήγαιναν αγωγιάτες μαζί στ’ αλώνια. Κι αυτοί σέμπροι λέγονταν. Πάντως οι σεμπριές είχαν και προβλήματα και τις στενοχώριες τους. Πάντα κάτι δε θα πήγαινε καλά επειδή υπήρχε και η ξεσυνέρια ανάμεσα στα μέλη!. Το λέει και η παροιμία: «Σεμπρικό γαϊδούρι ή του λύκου ή του ψόφου», ή αλλιώς, «το μαζικό γαϊδούρι το τρώει ο λύκος», και αυτό έγινε στα Λαβέτσοβα με ένα γαϊδούρι μαζικό, που περίμενε ο ένας να πάει να το μαζέψει ο άλλος, έμεινε όλη νύχτα έξω και το έφαγε ο λύκος στην «Λαγκάδα στα Κουβαρακιάνικα»! Όταν έπαυε να υπάρχει αυτό που ένωνε τους ανθρώπους στην ζωή, ή κάτι που τους έδενε επαγγελματικά μεταξύ τους, λέγανε: «Ψόφησε το βόιδι μας, τέρμα η σεμπριά μας»!
Ετοίμαζαν από το βράδυ το φαγητό της άλλης μέρας στο χωράφι. Το κουτάκι με τα καφόμπρικα και τα φλιτζάνια για να ψήσουν στο χωράφι φρέσκο τον καφέ, το κονιακάκι ή το τσίπουρο, το στράστο με το καρβέλι το ψωμί, και το κοφίνι με το τυρί, ελιές, κανά αυγό βραστό, ένα μπουκαλάκι λάδι, κρεμμύδι, και ένα μπουκάλι κρασί της «μια και εκατό» που λέγανε, έτσι για την ξεκούραση, και μια βίκα με νερό! Μέρα παρά μέρα έπαιρναν και καμιά ρέγγα που να έχει στην κοιλιά της αυγά, και την έψηναν ανάβοντας μια αφάνα ή ένα αγκάθι, την αγραστίδα, ή έπαιρναν ένα φελί μπακαλιάρο αλατισμένο που τον έψηναν όπως ήταν με το αλάτι πάνω στα κάρβουνα, ή μανιτάρια αν εύρισκαν, και μοσχοβόλαγε ο τόπος!
Λίγοι είχαν τρακτέρ ή αγροτικά αυτοκίνητα για ξεκούραστα. Οι περισσότεροι όποιον πεζό συναντούσαν τον έπαιρναν για να τον ξεκουράσουν, και στα κάτου, και στα πάνου. Όσοι δεν είχαν μεταφορικό ξεκινούσαν νωρίς να πάνε μακριά πεζή, ακόμα και μια ώρα δρόμο, με τα ζα φορτωμένα με όλα τα τσάβαλα, τα πάνινα λιοπάνια, τις σκάλες, τα σακιά και τις κόφες για τις αητονυχολιές. Πρώτα μάζευαν τις αητονυχολιές, τις «Καλαμών», για να μην τις χάσουν με κανέναν παγετό, γιατί γινόντουσαν πρώτες. Οι περισσότεροι τις πουλούσαν απευθείας το ίδιο βράδυ στο μπακάλικο του μπάρμπα Λιά του Νικολούδη και του γιού του Γιάννη που συνέχισε την δουλειά του πατέρα του, στου Αλεξάκη, στου Χριστοφυλάκη. Ήταν ολόχαροι γιατί ήταν τα πρώτα λεφτά που έπιαναν στην αρχή της παραγωγής, και έπρεπε με αυτά πρώτα να ξεπληρώσουν τα καλοκαιρινά βερεσέδια του σπιτιού για να καθαρίσουν τα τεφτέρια στα μαγαζιά, και μετά ψώνιζαν ό,τι περίσσευε. Πούλαγαν ένα κοφίνι ελιές και το γέμιζαν με ψώνια, και γυρνώντας στο σπίτι πήγαιναν στο εικόνισμα να κάνουν τον σταυρό τους, να ευχαριστήσουν τον Θεό που πέρασε άλλη μια μέρα με υγεία, αλλά και γι αυτά που μάζεψαν, και οι γυναίκες πέφτανε με τα μούτρα στις δουλειές του σπιτιού, και την άλλη μέρα συνεχιζόταν η ζωή με το ίδιο πρόγραμμα!
Δεν άφηναν σπυρί κάτω, μάζευαν πρώτα το χαμολόι, συνήθως έβαζαν τα παιδιά να το μαζέψουν γιατί ήθελε σκύψιμο, και τους έταζαν το βράδυ να τους φτιάξουν κουταλίδες και λουκουμάδες με μέλι. Χόρταιναν κουβέντα αφού δεν υπήρχε βουή από μηχανήματα, μόνο χειροπρίονα, ψαλίδα, σκάλες ξύλινες για να ανεβαίνουν οι γυναίκες με τα σιδερένια λανάρια να μαδάνε τα κλαδιά, και τα ελαφρά ραβδάκια από λυγιά που τα είχαν για να ραβδίζουν τα κομμένα κλαδιά. Ήταν μια εποχή δύσκολη, αλλά με φιλότιμο και αλληλεγγύη!
Ο εργάτης σκεφτόταν το αφεντικό που του έδινε δουλειά, δεν τον φθονούσε επειδή είχε περιουσία, και για να τονίσουν την ευγνωμοσύνη για την δουλειά που τους έδιναν λέγανε: «η κότα πίνει νερό, και κοιτάζει και τον ουρανό»! Υπήρχε όρεξη για δουλειά, και όσο γέμιζαν τα σακιά, τόσο ο ενθουσιασμός των αφεντικών και της εργατιάς ανέβαινε, και ο χρόνος παρά την κούραση κυλούσε σαν νερό! Η μέρα περνούσε ευχάριστα, με καλαμπούρια, πειράγματα, τραγούδια, αλλά και η δουλειά …. δουλειά!
Ήταν μια ευκαιρία για κανά προξενιό, για λοξοκοιτάγματα στα κορίτσια, θυελλώδεις έρωτες, αλλά και ανάρμοστες σχέσεις! Υπήρχαν εργάτες δουλευταράδες που ήταν περιζήτητοι στο μάζεμα, δεν ξέμεναν από δουλειά, αλλά και οι γυναίκες δεν πήγαιναν πίσω! Η γυναίκα λέγανε ότι μόνο και μόνο με την παρουσία της ομόρφαινε την εργατιά! Όλες ήταν άξιες για δουλειά. Μια από τις ονομαστές που γνώρισα ήταν και η Κούλα η Καραχάλιου, περιζήτητη γιατί ήταν σέρπετη, όλο γέλιο και καλαμπούρια που έμπλεκαν και συμμετείχαν όλοι, ξεχνούσαν τα βάσανα και την κούραση, και έμεναν αξέχαστα! Έτσι το μάζεμα της ελιάς δεν ήταν μόνο μια παραγωγική διαδικασία, αλλά ήταν και ένα γλέντι που κρατούσε καιρό! Έτσι περνούσαν τότε οι χειμωνάδες και τα χρόνια, ήρεμα, όμορφα, απλά!
Σήμερα οι καλλιέργειες αυγάτισαν, τα μηχανήματα μπήκαν στην παραγωγή και φτουράει η δουλειά, αλλά εξακολουθούν να θέλουν χέρια. Τα ντόπια εργατικά χέρια λιγόστεψαν, οι ξένοι εργάτες δεν επαρκούν, και για σεμπριές δεν είναι πια εύκολο γιατί οι οικογένειες έχουν γεράσει. Τώρα δουλεύεις αμίλητα, όχι γιατί σου το επιβάλλουν να μην μιλάς, είτε γιατί δεν ξέρεις την γλώσσα, ή γιατί σε ξεκουφαίνει η βουή των μηχανημάτων, και για να δουλέψουν εργάτες και μηχανήματα, δεν παίρνεις ανάσα από το συνεχόμενο κυνηγητό!
Με την ελπίδα ότι φέτος το εισόδημα θα έχει καλύτερη τύχη από πέρυσι για το καλό όλων μας, στον νου έρχεται το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη που μάθαμε και λέγαμε στο δημοτικό:
Ευλογημένο να ’ναι ελιά, το χώμα που σε τρέφει,
κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ’ τα νέφη,
κι ευλογημένος τρεις φορές αυτός που σ’ έχει στείλει
για το λυχνάρι του φτωχού, για τ’ άγιου το καντήλι..!!
Υγεία πρώτα και πάνω απ΄ όλα, καλή δύναμη και αντοχές σε όλους, καλομάζευτες οι ελιές, να έχουμε καλές διαφορές, και να είναι καλοφάγωτα τα κέρδη μας! Γένοιτο!!!
Πηγή: Περιοδικό “ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ”
