Το ενδεχόμενο η Ρωσία να καταφέρει να διατηρήσει εδάφη από την Ουκρανία στο τέλος του πολέμου είναι ένα σενάριο που εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τον αναθεωρητισμό και τη διεθνή τάξη.
written by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
Ο αναθεωρητισμός είναι η πολιτική ή ιδεολογία ενός κράτους που επιδιώκει να ανατρέψει το status quo, δηλαδή την υφιστάμενη κατάσταση, είτε μέσω αλλαγών στα σύνορα είτε μέσω της επανόρθωσης της γεωπολιτικής του επιρροής. Η Ρωσία, εισβάλλοντας στην Ουκρανία, επιδιώκει την αναθεώρηση των συνόρων, πράγμα που συνιστά μια κλασική μορφή αναθεωρητικής πολιτικής.
Εάν η Ρωσία καταφέρει να αποσπάσει εδάφη, τότε η διεθνής κοινότητα θα βρεθεί μπροστά σε ένα νέο παράδειγμα. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως επικράτηση της ισχύος των όπλων έναντι του διεθνούς δικαίου και των αρχών της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας των κρατών, όπως αυτές ορίζονται από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες. Και πρώτ’ απ’ όλα, ενθάρρυνση άλλων αναθεωρητικών δυνάμεων. Δηλαδή, άλλα κράτη με παρόμοιες βλέψεις θα μπορούσαν να αισθανθούν ότι η χρήση βίας είναι ένας αποδεκτός τρόπος για την επίτευξη των στόχων τους. Κι εμείς οι Έλληνες δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ. Η Τουρκία καιροφυλακτεί.
Και για να θυμηθούμε την ιστορία της Κοινωνίας των Εθνών, θα έχουμε αποδυνάμωση των διεθνών οργανισμών. Θα αμφισβητηθεί η αποτελεσματικότητα θεσμών όπως ο ΟΗΕ, που έχουν ως στόχο την αποτροπή των πολέμων και την επίλυση των διαφορών με ειρηνικά μέσα.
Και το χειρότερο, θα έχουμε αλλαγή της γεωπολιτικής ισορροπίας. Η επίτευξη των ρωσικών στόχων θα μπορούσε να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ασφάλεια.
Εναλλακτική ερμηνεία
Κάποιοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι η απόσπαση εδαφών, αν και καταδικαστέα, δεν σημαίνει απαραίτητα τον απόλυτο θρίαμβο του αναθεωρητισμού. Η διεθνής κοινότητα έχει αντιδράσει επιβάλλοντας κυρώσεις, παρέχοντας στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία και ενισχύοντας τη συνοχή της Δύσης. Αυτή η αντίσταση δείχνει ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου παραμένουν ισχυρές, ακόμα και αν κάποια κράτη επιλέγουν να τις αγνοήσουν. Όμως οι όποιες κυρώσεις μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έβλαψαν τη Ρωσία.
Συνολικά, αν και η τελική έκβαση του πολέμου δεν είναι ακόμα γνωστή, η απόσπαση εδαφών από τη Ρωσία θα ερμηνευτεί από πολλούς ως μια νίκη του αναθεωρητισμού που επετεύχθη με τη δύναμη των όπλων. Ωστόσο, η έκταση αυτής της “νίκης” θα εξαρτηθεί και από την αντίδραση της διεθνούς κοινότητας μακροπρόθεσμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, παράδειγμα θα πάρει η Τουρκία ώστε να παγιωθεί ο χωρισμός της Κύπρου σε δύο οντότητες και στη συνέχεια θα συνεχίσει να προετοιμάζεται να πετύχει στους στόχους της που είναι το Αιγαίο, κάποια ελληνικά νησιά και η Μεσόγειος.
Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σύνθετο και άπτεται των γεωπολιτικών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η ανάλυση της πιθανής συμπεριφοράς της Τουρκίας με βάση την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία είναι μια εύλογη ανησυχία για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η περίπτωση της Κύπρου
Η Τουρκία ήδη από την εισβολή του 1974 έχει επιδιώξει τη διχοτόμηση της Κύπρου, και η κατοχή του βόρειου τμήματος είναι ένα de facto γεγονός. Η θέση της Άγκυρας για λύση “δύο κρατών” έχει γίνει πιο ξεκάθαρη τα τελευταία χρόνια. Εάν η Ρωσία καταφέρει να αποσπάσει εδάφη στην Ουκρανία και η διεθνής κοινότητα το αποδεχθεί, έστω και σιωπηρά, αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί από την Τουρκία ως ενθάρρυνση.
Ο Ερντογάν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό το παράδειγμα για να πιέσει για τη διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι η διεθνής κοινότητα δεν είναι πλέον σε θέση να επιβάλει την εδαφική ακεραιότητα των κρατών.
Οι τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι πλέον παγιωμένες εδώ και δεκαετίες. Περιλαμβάνουν αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά και βραχονησίδες (γκρίζες ζώνες), αξιώσεις για θαλάσσιες ζώνες (υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) που επικαλύπτονται με τις ελληνικές. αμφισβήτηση του εύρους των ελληνικών χωρικών υδάτων (6 ναυτικά μίλια) και του εναέριου χώρου (10 ναυτικά μίλια). Επιπλέον μη μας διαφεύγει η μόνιμη επιθετική ρητορική και οι παραβιάσεις των διεθνών κανόνων.
Εάν ο αναθεωρητισμός “θριαμβεύσει” στην Ουκρανία, η Τουρκία μπορεί να αισθανθεί ότι μπορεί να προχωρήσει σε πιο επιθετικές ενέργειες, πιστεύοντας ότι οι διεθνείς αντιδράσεις θα είναι περιορισμένες.
Η απάντηση της Ελλάδας και η διεθνής κοινότητα
Η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Ουκρανία, είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, και η αμυντική της συνεργασία με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και άλλες χώρες είναι ισχυρή. Η διεθνής κοινότητα δεν θα παρακολουθήσει αδιάφορα μια πιθανή τουρκική επιθετική ενέργεια εναντίον μέλους του ΝΑΤΟ. Θα λέγαμε ότι η τακτική που ακολουθεί η ελληνική πλευρά προσομοιάζει με την βρετανική πολιτική του κατευνασμού απέναντι στον Χίτλερ και τη Ναζιστική Γερμανία. Όσο και να το αρνείται αυτό η κυβέρνηση, δυστυχώς αυτό το παράδειγμα φαίνεται ν’ ακολουθεί. Για ν’ αποφύγουμε πολεμική εμπλοκή ή παραβιάσεις ή προκλήσεις που είναι καθαρά αντίθετες με το διεθνές δίκαιο, δεν μιλάμε για να μην οξύνουμε το πνεύμα καλής γειτονίας που δήθεν επιδιώκει να εμπεδώσει ο πρωθυπουργός με τις συνεχείς συναντήσεις του με τον Τούρκο πρόεδρο
Ωστόσο, η στάση της Τουρκίας είναι και θα παραμείνει απρόβλεπτη. Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να ενισχύει την άμυνά της, να ενδυναμώνει τις διεθνείς συμμαχίες της, να εξηγεί διεθνώς τις ελληνικές θέσεις με βάση το διεθνές δίκαιο.
Η κατάσταση είναι ρευστή και η πορεία προς τα εμπρός είναι γεμάτη προκλήσεις. Η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία θα είναι ένα σημαντικό μήνυμα για το μέλλον του διεθνούς δικαίου.
Εάν επικρατήσει ο αναθεωρητισμός θα ζήσουμε σε έναν κόσμο όπου η ισχύς των όπλων θα μετράει περισσότερο από τις διεθνείς συμφωνίες. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση, με την Τουρκία να είναι ένας από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση.
Εάν επικρατήσει το διεθνές δίκαιο, δηλαδή αν η διεθνής κοινότητα καταφέρει να αποτρέψει τη Ρωσία από το να διατηρήσει εδάφη, αυτό θα είναι ένα ισχυρό μήνυμα προς όλους τους αναθεωρητικούς παράγοντες ότι η επιθετικότητα δεν θα γίνεται ανεκτή.
Τελικά, η απάντηση στο “πού πάμε” δεν είναι σαφής. Πιθανότατα θα βρεθούμε σε ένα νέο γεωπολιτικό τοπίο όπου η αβεβαιότητα, οι συμμαχίες και οι εθνικές στρατηγικές θα παίξουν καθοριστικό ρόλο. Η Ελλάδα, όπως και άλλοι παίκτες, θα πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση, να ενισχύει την αποτρεπτική της ικανότητα και να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες.
Να μην ξεχνάμε ότι μπορεί η Ελλάδα να είναι στην ΕΕ, όμως κράτη της ΕΕ εξοπλίζουν την Τουρκία (Γερμανία, Βρετανία, Ιταλία κ.ά.). Το γεγονός δημιουργεί μια περίπλοκη κατάσταση. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια γεωπολιτικά ευαίσθητη περιοχή και η συμπεριφορά της Τουρκίας είναι πράγματι απρόβλεπτη.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η πώληση όπλων από ευρωπαϊκές χώρες στην Τουρκία οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως είναι τα οικονομικά συμφέροντα, η στρατηγική σημασία της Τουρκίας την οποία συνεχώς επικαλείται το ΝΑΤΟ και οι διαφορετικές εξωτερικές πολιτικές.
Η αμυντική βιομηχανία είναι ένας κερδοφόρος κλάδος για χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο (που, παρότι δεν είναι πλέον μέλος της ΕΕ, διατηρεί στενούς δεσμούς με αυτήν). Οι πωλήσεις όπλων δημιουργούν θέσεις εργασίας και έσοδα. Η Τουρκία θεωρείται ένας σημαντικός σύμμαχος για το ΝΑΤΟ, λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Οι χώρες αυτές επιδιώκουν να διατηρήσουν τις καλές σχέσεις μαζί της. Οι χώρες της ΕΕ δεν έχουν ενιαία εξωτερική πολιτική. Κάθε χώρα ακολουθεί τη δική της στρατηγική, η οποία μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται πλήρως με τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Ελλάδα, παρά τις δυσκολίες, δεν είναι ανίσχυρη. Μπορεί να ακολουθήσει μια πολυεπίπεδη στρατηγική για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Να ασκεί συνεχή Διπλωματική Πίεση, να δημιουργεί συμμαχίες, να αναπτύξει εθνική αμυντική βιομηχανία.
Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να ενημερώνει τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς εταίρους της για τις τουρκικές προκλήσεις. Η συνεχής διπλωματική πίεση μπορεί να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας. Έχει ήδη συνάψει σημαντικές αμυντικές συμφωνίες με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Η ενίσχυση αυτών των συμμαχιών, καθώς και η ανάπτυξη νέων, μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην τουρκική στρατιωτική ισχύ. Μπορεί να επενδύσει περισσότερο στην εγχώρια αμυντική της βιομηχανία, μειώνοντας την εξάρτησή της από τρίτους. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει και νέες θέσεις εργασίας στη χώρα.
Η Ελλάδα, επιπλέον, πρέπει να επενδύσει σε μια καλύτερη επικοινωνιακή στρατηγική. Η δημόσια γνώμη σε άλλες χώρες μπορεί να επηρεάσει τις πολιτικές των κυβερνήσεων τους. Και φυσικά θα πρέπει να συνεχίσει να επιμένει στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου (Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας) για την επίλυση των διαφορών.
Συνολικά, η κατάσταση απαιτεί ψυχραιμία, διπλωματική ευστροφία και σταθερότητα. Η Ελλάδα έχει ισχυρά επιχειρήματα με βάση το διεθνές δίκαιο και σημαντικούς συμμάχους, αλλά πρέπει να συνεχίσει να εργάζεται σκληρά σε όλα τα επίπεδα.
Πηγή: timesnews.gr
- Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.
