ΛΟΥΗΣ Γ. ΣΕΡΕΜΕΤΗΣ
Κάθε φορά που η γιαγιά Μαριώ άκουγε για ήθη έθιμα και συνήθειες σε άλλους τόπους, έλεγε “κάθε τόπος και ζακόνι”, εξηγώντας στις φιλενάδες της πως κάθε τόπος έχει τα δικά του, και τους δικούς του κανόνες και άγραφους νόμους, όπου πάνω σ αυτά στηρίζεται η οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή κάθε τόπου! Φιλομαθής, τής άρεσε να μαθαίνει για όλα αυτά, αλλά είχε μεγάλο καημό που την έστειλαν σχολείο μόνο για εφτά φεγγάρια και δεν έμαθε γεωγραφία! Ήξερε μόνο κατά πού βρίσκεται ο Μυστράς και το Γύθειο, και αυτό από τα πανηγύρια που γινόντουσαν εκεί τα καλοκαίρια όπου πήγαινε και ψώνιζε! Γι αυτό όταν διαβάζαμε και ξεδιπλώναμε τον χάρτη της γεωγραφίας, έπαιρνε το σκαμνάκι της και ερχόταν κοντά μας να τής δείξουμε πού είναι η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, αλλά και άλλοι τόποι αλαργινοί, άγριοι και ήμεροι! Είχε μια περιέργεια να μάθει κατά πού πέφτει η Αφρική, γιατί σε ένα τσίρκο που είχε περάσει από το χωριό είχε δει “την άγρια γυναίκα της Αφρικής” που χτυπιόταν και άφριζε σε ένα κλουβί και τρόμαξε η κακοντέλα! Κοντά μας έμαθε πού πέφτει η Γερμανία η Ιταλία και η Τουρκία που είχαμε μπλέξει με δαύτες σε πολέμους, καθώς και ο Καναδάς, η Αμερική, και η “Αστραλία” όπου είχαν ξενιτευτεί ξαδέρφια της! Ό,τι έμαθε στη ζωή της το έμαθε ρωτώντας!
Δεν είχε ακουστά για κοινωνιολογία και οικιακή οικονομία, αλλά τής άρεσε να ρωτά και να μαθαίνει πώς ζει ο κόσμος αλλού, αν έχουν και αλλού τα ίδια βάσανα, την ίδια φτώχεια και αγωνίες, και τί συμβαίνει παραπέρα από το χωριό, ρωτώντας συνήθως κοπέλες που ερχόντουσαν νυφάδες στο χωριό, και έτσι μάθαινε πολλά! Έλεγε πως στις κουβέντες που κάνουμε όταν σμίγουμε, εκτός από τα καθημερινά νέα της γειτονιάς ή του χωριού, και το πιπεράτο κουτσομπολιό, πρέπει να λέμε και καμιά κουβέντα που να “αρτίζει μια στάλα”, να ακούμε και όσους ξέρουν κάτι παραπάνω, γιατί πώς αλλιώς θ ανοίξουν τα μάτια μας, θα πλατύνει το μυαλό μας και θα γνωρίσουμε τον κόσμο! Είχε και το χάρισμα τής γλαφυρής διήγησης που θύμιζε λίγο Παπαδιαμάντη, και μια ιδιαίτερη κλίση στις κοινωνικές σχέσεις και στο νοικοκυριό! Στις συνταγές της στα φαγητά και γλυκά, ήταν όλα ζυγισμένα και μετρημένα, και δεν δίσταζε να ρωτήσει ακόμη και μια παιδούλα για κάτι που δεν γνώριζε, ή που ήταν καλύτερο από το δικό της!
Πέταγε τη σκούφια της για να σμίγει με ξένο κόσμο και να μαθαίνει και κάτι καινούργιο! Η καλύτερή της ήταν όταν χειμώνιαζε και έρχονταν στο χωριό Ελληνικές οικογένειες από Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία, ακόμη και από τα Πομακοχώρια της Θράκης για να δουλέψουν στο μάζεμα της ελιάς και να πάρουν το λαδάκι τους! Αγάπαγε ιδιαίτερα τους φιλότιμους εργάτες, τους θεωρούσε πρεσβευτές του τόπου τους, άνοιγε παρτίδες μαζί τους, στην αρχή διστακτικά μέχρι να μάθει από πού βαστάει η σκούφια τους, και με την κουβέντα γιατί όχι να μην γινόντουσαν και φίλοι! Μαζί τους αντάλλαξε γνώμες, έμαθε συνήθειες τρόπους ζωής και “ενθίματα” όπως τα έλεγε, τούς έμαθε την ιστορία του χωριού μας, τις δικές μας συνήθειες, ένοιωσαν την ειλικρινή φιλία της και την ζεστή της φιλοξενία, και την κοινωνική ζωή του τόπου μας, τους γάμους τα γεννητούρια και τα βαφτίσια! Τότε ήταν συχνό φαινόμενο οι χαρές, αρραβώνες, γάμοι, γεννητούρια και βαφτίσια, κάθε εβδομάδα και μια χαρά, ένα πανηγύρι για το χωριό, αλλά όλες οι χαρές είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό, τις δίπλες, το απόλυτο γλυκό της χαράς, ένας ισχυρός συμβολισμός για κάθε χαρούμενη στιγμή, και την απαρχή μιας νέας γλυκιάς ζωής!
“Μαστόρα” στις δίπλες η γιαγιά Μαριώ, δεν έλειπε από κάθε τέτοια χαρά! Έπαιρνε μια βεργούλα από λυγαριά για το γύρισμα της δίπλας, και καθόταν με τις ώρες πάνω από το τσουκάλι να ψήνει ασταμάτητα, και αν δεν την προλάβαιναν κατέβαζε το τσουκάλι από τη φωτιά, και έπιανε το τραγούδι! Σε ένα τέτοιο μάζεμα για έναν αρραβώνα έτυχε να βρεθούν μαζί με τη γιαγιά Μαριώ και γυναίκες εργάτριες από τη βόρεια Ελλάδα που δεν ήξεραν τις δίπλες και άλλες συνήθειες, και όταν τής είπαν για τα δικά τους έθιμα τούς είπε “κάθε τόπος και ζακόνι, εδώ έτσι το έχουμε, αλλά κοιτάτε να μαθαίνετε να το κάνετε και στα μέρη σας”! Απλό γλυκό οι δίπλες, τα υλικά λίγα και φτηνά, αυγά, αλεύρι, λίγη βανίλια, λίγο ούζο, λίγο αλάτι, καλό χτύπημα των αυγών για να μην μυρίζουν «αβγουλίλα», και καλό ζύμωμα. Εντυπωσιασμένες παρακολούθησαν μια αλλιώτικη χαρούμενη μυσταγωγία, το σπάσιμο του πρώτου αυγού από ένα κοριτσάκι, το ζύμωμα, το πλάσιμο, το ψήσιμο, το στόλισμα, το κέρασμα, και το τραγούδι! Πελοποννησιακής καταγωγής οι δίπλες, έγιναν γνωστές σε όλη την Ελλάδα και καθιερώθηκαν με το σπαθί τους σαν το πιο αρχοντικό και περιζήτητο γλυκό, υγιεινό ελαφρύ και άβλαβο, το μόνο γλυκό χωρίς ζάχαρη, μόνο με μέλι καλοκαιρινό θυμαρίσιο για το μέλωμα!
Όταν ήθελε η μάνα να συγχαρεί δύο παιδιά που είχαν τη δική τους χαρά, δεν πήγαινε στο ζαχαροπλαστείο. Ανασκούμπωνε τα μανίκια της, έδενε ένα μαντήλι στο κεφάλι της, έσπαγε πέντε αυγουλάκια για δυο φυλλαράκια δίπλες, κοσκίνιζε το αλεύρι, τα ζύμωνε το πήλινο «μαστέλο», το σκέπαζε και έβαζε το μπρίκι με τον καφέ! Σε καμιά ώρα έβαζε να κάψει το λάδι στο βαθύ τηγάνι, έκοβε το ζυμάρι σε μπαλάκια, ένα για κάθε φύλλο, τα έπλαθε σαν «τσιγαρόχαρτο», τα έκοβε με τη «ροδέλα», και άρχιζε να τα ψήνει. Πάντα τα δύο τελευταία φύλλα τα έκανε “τηγανόφυλλα” που τρελαινόμαστε να τα τρώμε με τουλουμοτύρι! Τις μέλωνε όταν τις χρειαζόταν, τις πασπάλιζε με κανέλλα και τριμμένο καρύδι, και τις έβαζε σε πιατέλα στο σερβάν, και στους επισκέπτης τις σέρβιρε στο καλό πιατέλο, με δροσερό νερό, και ένα ποτηράκι μαστιχούλα, ένας θεϊκός συνδυασμός! Πάντα είχε μια άσπρη χειροπετσέτα κρεμασμένη στο χέρι της βρεγμένη η μια της άκρη με νερό να σκουπίσουν τα δάχτυλά τους από το μέλι, αν και σπάνια έμενε μέλι από το γλείψιμο των δαχτύλων για να μη χαθεί και η τελευταία γλύκα!
Έτσι το έχουμε εμείς στον τόπο μας! Ένας δίσκος δίπλες όμορφα στολισμένος είναι το καλύτερο δώρο για τα «καλορίζικα» στα φανερώματα, στον αρραβώνα, στον γάμο, στη γέννηση του σερνικού παιδιού για να φέρει κι άλλο σερνικό, στη βάφτιση για να είναι γλυκιασμένο το νέο όνομα, και για «να διπλιάσουν όλες οι χαρές»! Για τις δίπλες στηνόταν πανηγύρι! Συγγενείς και φίλοι μαζεύονταν την Δευτέρα πολύ πρωί και μέχρι το βράδυ άνοιγαν φύλλα και τηγάνιζαν δίπλες, τις μέλωναν την Τετάρτη, τις κερνούσαν με καραμέλες και λεφτά, και στο τέλος τα λεφτά τα μοιράζονταν οι γυναίκες που τις έφτιαχναν! Άλλες τις έβαζαν σε κόφες, άλλες σε δίσκους τυλιγμένες σε ζελατίνα στολισμένες με κουφέτα και ροδοπέταλα για το τραπέζι του γάμου, και άλλες τις έβαζαν στον μπουφέ μαζί με ένα μπουκάλι λικέρ για να γλυκαίνονται οι καλεσμένοι που θα συνόδευαν τον γαμπρό και τη νύφη στην εκκλησία!
Με το πέρασμα των χρόνων η δίπλα έγινε βιομηχανικό προϊόν, ο σοφράς ο πλάστης η ροδέλα, το τσουκάλι και το αδράχτι μπήκαν “στο χρονοντούλαπο της ιστορίας” παίρνοντας τη θέση τους στα ράφια και στους τοίχους σαν ένα σπάνιο ντεκόρ, άγνωστο στα παιδιά μας! Τα γιορτινά μαζέματα για τις ετοιμασίες, τα γέλια, και τα σπιτικά γλέντια αραίωσαν γιατί κρίθηκαν αναχρονιστικά, περιττά, και άβολα, και κάπως έτσι χάθηκε μια από τις πιο γλυκές, αυθεντικές και ανθρώπινες στιγμές της νέας ζωής και της χαράς!
Όμως οι πιο ευχάριστες σελίδες τής ζωής γράφονται από τις παρέες, μεγάλες και μικρές, με γλέντι, φαγητό, ποτό, και γλυκό! Δίπλες για «το παιδί και το κορίτσι» στην γέννηση, στην παντρειά, στα βαφτίσια, για την επιτυχία στο πανεπιστήμιο, να είναι καλορίζικο το καινούργιο τους σπίτι , για τα εγκαίνια του μαγαζιού τους, για το καινούργιο τους αυτοκίνητο να είναι καλοτάξιδο, για τον διορισμό τους στο δημόσιο, για την επαγγελματική εξέλιξη, για την αύξηση του μισθού, δίπλες για την ονομαστική γιορτή, και σαν δώρο για να βγει κάθε υποχρέωση! Δίπλες και για τη νίκη στις εκλογές, αλλά και αν είμαστε από τους «χαμένους» δεν πολυπειράζει, θα τις φάμε μόνοι μας «να πάνε κάτου τα φαρμάκια» και να γλυκάνει λιγουλάκι το χειλάκι μας! Τέλος πάντων, δίπλες δια πάσαν χαράν, δίπλες γιατί έτσι μας αρέσει, δίπλες γιατί αυτό είναι του δικού μας τόπου το ζακόνι! Τη γλύκα τους να έχουμε!!!
Πηγή: Περιοδικό ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
